Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

patinoire στα ελληνικά
patinoire
λέγεται
πατινουάρ
.
patinoire
σημαίνει στα ελληνικά
παγοδρόμιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- patinoire : παγοδρόμιο / αίθουσα πατινάζ
- patinoire olympique : ολυμπιακή πίστα / ολυμπιακό παγοδρόμιο
- patinoire pour hockey : παγοδρόμιο για χόκεϊ / πίστα για χόκεϊ επί πάγου
- soubassement de patinoire : υπόβαθρο πίστας παγοδρομίου
Subscribe
0 Comments


