Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

patronage στα ελληνικά
patronage
λέγεται
πατρονάζ
.
patronage
σημαίνει στα ελληνικά
εποπτεία / προστασία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- patronage : αιγίδα
- patronage : σειρά σχεδίων
- patronage : υποστήριξη
- favoritisme : πατρωνία / μαικηνισμός
- sous le patronage de : με την υποστήριξη
- patronage des stagiaires : εποπτεία των μαθητευομένων
Subscribe
0 Comments


