Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pavé στα ελληνικά
pavé
λέγεται
παβέ
.
pavé
σημαίνει στα ελληνικά
πλακόστρωτο / πλακάκια / δάπεδο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pavé : κυβόλιθος για λιθόστρωση δρόμων
- pavé : υαλόπλακα
- pavé / pages liminaires : εισαγωγικό μέρος / εισαγωγικές σελίδες
- pavé : στοιχείο λιθόστρωτου
- bloc / pavé : ορθογώνια περιοχή
- PAVE / environnement PCTE et VNS : περιβάλλον PCTE και VNS
- prisme / pavé à prisme : πρίσμα
- les pavés / machine à damer le sol : μηχανή συμπίεσης του εδάφους
- pavé de silex : τούβλο πυριτίας για επένδυση
- pavé de glace : κύβος παγωτού / τεμάχιο παγωτού
Subscribe
0 Comments


