Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pédale στα ελληνικά
pédale
λέγεται
πεντάλ
.
pédale
σημαίνει στα ελληνικά
πετάλι / αδελφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pédale : τροχοεπαφή
- pédale / pédale de voie : τροχοεπαφή / πέδιλο γραμμής
- pédale : εξωτερικό κομβίο
- pédale : ποδόπληκτρο
- pédalier / clavier de pédales : σύστημα πενταλιών
- palonnier / pédale de direction : μοχλός διευθύνσεως / ποδοκίνητος μοχλός
- bloc pédales / pédale de palonnier : ποδωστήρια
- pédale de tir : ποδωστήριο βολής / ποδωστήριο εκτόξευσης
- moule au pied / moule à pédale : Kαλούπι με μηχανισμό πεντάλ
Subscribe
0 Comments


