Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

penderie στα ελληνικά
penderie
λέγεται
πανντρί
.
penderie
σημαίνει στα ελληνικά
ντουλάπα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- penderie / garde-robe : ντουλάπα / ιματιοθήκη
- penderie : κρεμαστό ερμάριο / κρεμαστό ντουλάπι
- penderie : κρεμάστρα
- armoire-penderie : ντουλάπι με κρεμάστρα
Subscribe
0 Comments


