Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pénétration στα ελληνικά
pénétration
λέγεται
πενετρασιόν
.
pénétration
σημαίνει στα ελληνικά
διείσδυση / χώσιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pénétration : πέδηση
- pénétration : διείσδυση / εισχώρηση
- pénétration : αρχικός ρυθμός βαφής
- pénétration : διάτρηση
- intrusion / pénétration : διείσδυση / παρείσδυση
- pénétration : ένεση / έγχυση ενέματος
- pénétration : διείσδυση
- pénétration / pénétration à la racine : διείσδυση στη ρίζα της ραφής
Subscribe
0 Comments


