Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pépinière στα ελληνικά
pépinière
λέγεται
πεπινιέρ
.
pépinière
σημαίνει στα ελληνικά
φυτώριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pépinière : φυτώριο
- pépinière : φυτώριο δένδρων
- pépinière : Φυτώριο
- pépinières : φυτώρια
- COST 813 / Comité de gestion Cost 813 "Maladies et désordres en pépinières forestières" : COST 813 / επιτροπή διαχείρισης Cost 813 "ασθένειες και ανωμαλίες που παρουσιάζουν τα δασικά φυτώρια"
- CNIH / Centre national interprofessionnel de l'horticulture : εθνική επαγγελματική επιτροπή ανθοκομίας, καλλωπιστικών φυτών και φυτωρίων / εθνική διεπαγγελματική επιτροπή καλλωπιστικών φυτών και προϊόντων ανθοκομίας
- pot à conifères / pot de pépinière : γλάστρα φυτωρίου / γλάστρα για κωνοφόρα
- plant pépinière : φυτάριο φυτωρίου
Subscribe
0 Comments


