Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perçant στα ελληνικά
perçant
λέγεται
περσάν
.
perçant
σημαίνει στα ελληνικά
διαπεραστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- radiale / foreuse radiale : ακτινωτή μηχανή τρυπήματος
- percée : κάθοδος
- perceuse / machine à percer : δράπανος / μηχανή διάτρησης
- percée : διαχωρισμός
- percée : ρήγμα
- forficule / perce-oreille : ψαλίδα η κοινή
- perce-neige : λευκόιος
- mord-pierre / perce-pierre : στέρβα / φιδόψαρο
- verre percé : διάτρητο γυαλί
- bague mixte / bague percée : Στόμιο διπλής χρήσεως
Subscribe
0 Comments


