Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perceuse στα ελληνικά
perceuse
λέγεται
περσέζ
.
perceuse
σημαίνει στα ελληνικά
τρυπάνι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- perceuse / machine à percer : δράπανος / μηχανή διάτρησης
- foreuse / perceuse : δράπανο / διατρητικό μηχάνημα
- foreur / perceur : χειριστής δραπάνου
- perceur / conducteur de perceuse : χειριστής δραπάνου μετάλλου
- radiale / foreuse radiale : ακτινωτή μηχανή τρυπήματος
- ver des grains / capucin des grains : βόστρυχος των σπόρων
- perceuse à main / vilebrequin à main : στηθοδράπανο
- machine à forer / perceuse horizontale pour trous profonds : οριζόντιο δράπανο βαθείας διάτρησης
- perceuse multiple : πολυάτρακτο δράπανο
- perceuse de rails / machine à percer les rails : μηχανή τρυπήματος σιδηροτροχιών / μηχάνημα τρυπήματος σιδηροτροχιών
Subscribe
0 Comments


