Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

percuter στα ελληνικά
percuter
λέγεται
περκυτέ
.
percuter
σημαίνει στα ελληνικά
χτυπώ / προσκρούω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- percuter : επικρούω
- fusible à percuter : πωματοαυτόματος
- perforatrice percutante : κρουστική μηχανή διάτρησης
Subscribe
0 Comments


