Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

périmé στα ελληνικά
périmé
λέγεται
περιμέ
.
périmé
σημαίνει στα ελληνικά
έχει λήξει
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lien mort / lien brisé : νεκρή σύνδεση / νεκρός σύνδεσμος
- titre périmé : άκυρος τίτλος
- billet périmé : εισιτήριο χωρίς ισχύ / εισιτήριο που έχει λήξει
- produit périmé : άχρηστο προϊόν / προϊόν με περασμένη ημερομηνία χρήσης
- document périmé : ληξιπρόθεσμο έγγραφο
- révision périmée : καθυστερημένη συντήρηση
- données périmées : παραγραμμένα δεδομένα
- "actions périmées" : "παρελθούσες δράσεις"
Subscribe
0 Comments


