Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

périodiquement στα ελληνικά
périodiquement
λέγεται
περιοντικμάν
.
périodiquement
σημαίνει στα ελληνικά
κατά περιόδους / κατά καιρούς
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments


