Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

permanent στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
permanent
λέγεται
περμανάν
.
permanent
σημαίνει στα ελληνικά
μόνιμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • pérenne / permanent : μονίμου ροής / συνεχούς ροής
  • permanent : μόνιμος / ο έχων μόνιμη απασχόληση
  • permanent : διαρκής / μόνιμος
  • rémanence / déformation plastique : πλαστική παραμόρφωση / πλαστική παραμόρφωσις
  • noyau clé / noyau clé permanent : βασικός πυρήνας
  • Coreper / Comité des représentants permanents : ΕΜΑ / Επιτροπή των Μόνιμων Αντιπροσώπων
  • permanents : μόνιμοι
  • poids mort / charge morte : νεκρόν φορτίον
  • experts MC / experts chargés de missions ciblées : εμπειρογνώμονες ΣΑ / μόνιμη ομάδα εμπειρογνωμόνων για στοχοθετημένες αποστολές
  • STACTIC / Comité permanent de contrôle international : STACTIC / Μόνιμη Επιτροπή Διεθνούς Ελέγχου

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments