Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perméable στα ελληνικά
perméable
λέγεται
περμεάμπλ
.
perméable
σημαίνει στα ελληνικά
διαπεραστός / ευδιάβλητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- CPG / gel-filtration : διήθηση σε γέλη / χρωματογραφία αποκλεισμού
- zone perméable : διαπερατή ζώνη
- barrage filtre / digue perméable : εκκενούμενον(διηθητικόν)φράγμα
- membrane ionique / membrane échangeuse d'ions : μεμβράνη ανταλλαγής ιόντων
- barrage perméable : διαπερατόν φράγμα
- frontière poreuse / frontière perméable : διαπερατά σύνορα
- perméable à la vapeur : διαπερατός στον ατμό
- membrane semi-perméable : ημιπερατή μεβράνη
- formation semi-perméable : ημιυδροπερατός σχηματισμός / ημιυδροπερατός γεωλογικός σχηματισμός
- bouchon perméable à l’air : πώμα διαπερατό από αέρα / διαπερατό από αέρα πώμα
Subscribe
0 Comments


