Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

persécuter στα ελληνικά
persécuter
λέγεται
περσεκυτέ
.
persécuter
σημαίνει στα ελληνικά
κατατρέχω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- crainte fondée de persécution : βάσιμος φόβος δίωξης
Subscribe
0 Comments


