Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perspicacité στα ελληνικά
perspicacité
λέγεται
περσπικασιτέ
.
perspicacité
σημαίνει στα ελληνικά
διορατικότητα / οξυδέρκεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments


