Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perte στα ελληνικά
perte
λέγεται
περτ
.
perte
σημαίνει στα ελληνικά
χάσιμο / απώλεια / χασούρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- perte : απώλεια/ζημία
- perte / déport : διαφορά υπό το άρτιο
- perte / déport : έκπτωση / ζημία συναλλάγματος
- perte / perte nette : ζημία / απώλεια
- perte / atténuation : εξασθένηση
- perte / perte de transmission : απώλεια μετάδοσης
- pertes : απώλειες
- décote / dépréciation : κούρεμα πιστωτών / απομείωση του χρέους
- LOCA / accident de perte de réfrigérant : ατύχημα από απώλεια ψυκτικού / LOCA
- perte en cas de défaut / perte en cas de défaillance : LGD / ποσοστιαία ζημία σε περίπτωση αθέτησης
Subscribe
0 Comments


