Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

perversion στα ελληνικά
perversion
λέγεται
περβερσιόν
.
perversion
σημαίνει στα ελληνικά
διαστροφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- perversion sexuelle : γεννετήσια διαστροφή / σεξουαλική διαστροφή
- perversion de la franchise : ψευδής ενοποιημένη διανομή
- démence avec perversion mentale : παραφροσύνη με εκσεσημασμένη διαστροφή των ιδεών
Subscribe
0 Comments


