Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pester στα ελληνικά
pester
λέγεται
πεστέ
.
pester
σημαίνει στα ελληνικά
βλαστημώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- GAHP / IAHP : υψηλής παθογονικότητας γρίπη των πτηνών / πανώλη των πτηνών
- peste / épidémie : πανώλη / επιδημία
- peste : Πανώλης
- LNPP / laboratoire national de la peste porcine : ΕΕΠΧ / εθνικό εργαστήριο για την πανώλη των χοίρων
- PPR / peste des petits ruminants : πανώλη των μικρών μηρυκαστικών
- PPA / peste du Kenya : ΑΠΧ / αφρικανική πανώλη των χοίρων
- peste porcine classique / PPC : CSF / κλασσική πανώλης των χοίρων
- PPC / peste porcine classique : ΚΠΧ / κλασική πανώλη των χοίρων
- VPE / virus de la peste équine : AHSV / ιός της αφρικανικής πανώλης των ιπποειδών
- IA / grippe aviaire : γρίπη των πτηνών
Subscribe
0 Comments


