Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pétard στα ελληνικά
pétard
λέγεται
πετάρ
.
pétard
σημαίνει στα ελληνικά
κροτίδα / βαρελότο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pétard : βαρελότο
- pétard : κροτίδα / βαρελότο
- joint / pétard : τσιγαριλίκι
- diablotin / papillotte : κροτίδα-βαρελότο
- porte-pétards / avance-pétards : θήκη κροτίδων
- écraser un pétard : σκάω κροτίδα / εκρήγνυω κροτίδα
- mortier lance-pétards : όλμος εκτόξευσης κροτίδων
- pétard de chemin de fer : βαρελότο για σιδηρόδρομους
Subscribe
0 Comments


