Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

physique στα ελληνικά
physique
λέγεται
φιζίκ
.
physique
σημαίνει στα ελληνικά
φυσική / σωματικός / παρουσιαστικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- physique : φυσική
- physique : φυσική πρώτη ύλη / φυσικό εμπόρευμα
- physique / pétrole physique : wet barrel / φυσικό πετρέλαιο
- physique : φυσικός
- couche 1 / couche PHY : φυσικό στρώμα / επίπεδο φυσικής σύνδεσης
- matériel / support physique : υλικό / υλικός εξοπλισμός
- CPPMN / Convention sur la protection physique des matières nucléaires : ΣΦΠΠΥ / Διεθνής Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού και των πυρηνικών εγκαταστάσεων
- séparation / séparation des masses (physique : διαχωρισμός/αποχωρισμός
- HEPA Europe / réseau européen pour la promotion de l'activité physique favorable à la santé : ευρωπαϊκό δίκτυο για την προαγωγή της σωματικής δραστηριότητας για τη βελτίωση της υγείας
- anneau / anneau réel : δακτύλιος
Subscribe
0 Comments


