Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pierre στα ελληνικά
pierre
λέγεται
πιερ
.
pierre
σημαίνει στα ελληνικά
πέτρα / λίθος / πετράδι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pierre : λίθος
- roche / pierre : λίθος / πέτρα
- pierre : πέτρα
- églefin / MUL : εγκλεφίνος / μπακαλιάρος
- lydite / pierre lydienne : λυδίτης / λυδία λίθος
- zéidés / Saint-Pierres : χριστόψαρα
- zéidés / saint-pierre : πυριτόλιθος / πυρίτης λίθος
- alunite / pierre d'alun : αλουνίτης / στυπτηριάτης λίθος
- gemme / pierre précieuse : πολύτιμη πέτρα
Subscribe
0 Comments


