Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pigeon στα ελληνικά
pigeon
λέγεται
πιζόν
.
pigeon
σημαίνει στα ελληνικά
περιστέρι / κουτορνίθι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pigeon : περιστέρι
- Ramier / Palombe : φάσσα / παλούμπα
- Phaps / Pigeon bronzé d'Australie : χαλκόχρωμο περιστέρι Αυστραλίας
- pigeonne / pigeon femelle : περιστέρα
- pigeon mâle : αρσενικό περιστέρι
- pigeon vert / treron australis : treron australis / πρασινοπερίστερο
- pigeon biset / pigeon de roche : αγριοπερίστερο
- jeune pigeon : πιτσούνι / μικρό περιστέρι
- pigeon ramier : φάσσα
- pigeon trocaz : αγριοπερίστερο της Μαδέρας
Subscribe
0 Comments


