Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pignon στα ελληνικά
pignon
λέγεται
πινιόν
.
pignon
σημαίνει στα ελληνικά
avoir pignon sur rue είμαι ευκατάστατος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pignon / pignon de pin : κουκουνάρι
- pignon : pinion / πινίον
- gable / gâble : μετώπη
- pignon : πινιόν / κωνικός οδοντωτός τροχός
- pignon : κουκουνάρια
- baladeur / pignon baladeur : μπαλαντέρ
- baladeur / pignon baladeur : ολισθαίνων οδοντωτός τροχός
- pignon fou / roue folle : "τεμπέλης"(κοιν.) / αλυσσοτροχός ελευθέρας περιστροφής
- paroi aval / gignon AVANT : διαχωριστικός τοίχος
- pignon fou : τρελός τροχός / ελεύθερος οδοντωτός τροχός
Subscribe
0 Comments


