Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pincer στα ελληνικά
pincer
λέγεται
πενσέ
.
pincer
σημαίνει στα ελληνικά
τσιμπάω / τσακώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pincer : φραγή ν
- fers / pinces : εργαλεία υαλουργού
- mors / pinces : Πένσα,τανάλια
- pinces : τσιμπίδες
- pince / levier : μεταλλικός μοχλός με αιχμηρό κεκλιμένο άκρο
- pinces / tenailles : πένσα / λαβίδα
- pinces / première paire d'incisives : μεσαία δόντια κοπτήρες
- pince : λαβίδα
- pince / pince à levier : λαβίδα με μοχλό
Subscribe
0 Comments


