Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pister στα ελληνικά
pister
λέγεται
πιστέ
.
pister
σημαίνει στα ελληνικά
ακολουθώ τα ίχνη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- saxhorn / bugle à pistons : σαξοκόρνα
- piste / piste d'enregistrement : δίαυλος εγγραφής σε μαγνητική μνήμη
- piste : ίχνος / αυλάκι
- piste / route en terre : Καρόδρομος χωματόδρομος πίστα
- piste : λωρίδα απο-προσγειώσεων
- allée / piste de circulation : διάδρομος
- piste : τροχόδρομος / διάδρομος προσαπογείωσης
- TODA / distance de décollage utilisable : TODA / διαθέσιμη απόσταση απογείωσης
- seuil / seuil de piste : κατώφλι
- voie / piste de roulement : λωρίδα κυκλοφορίας
Subscribe
0 Comments


