Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pivoter στα ελληνικά
pivoter
λέγεται
πιβοτέ
.
pivoter
σημαίνει στα ελληνικά
γυρίζω / περιστρέφομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pivoter : καμπράρω στάμπο
- volet / battant : σώμα εργαλείου
- pivotant : περιστρεφόμενος
- roulette / roulette pivotante : κατευθυντήριος τροχός / τροχός προσανατολισμού
- I pivotant / poutre en I pivotante : στρεφόμενη δοκός
- bras pivotant : περιστρεφόμενος βραχίονας
- toit pivotant / toit ouvrant à secteur pivotant : στέγη ανοιγόμενη με περιστρεφόμενα τμήματα
- joint pivotant : στρεπτός σύνδεσμος
- pale pivotante : αρθρωτό πτερύγιο στροφείου
- grue pivotante : περιστρεφόμενος γερανός
Subscribe
0 Comments


