Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

platine στα ελληνικά
platine
λέγεται
πλατίν
.
platine
σημαίνει στα ελληνικά
πλατίνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- platine / MUL : λευκόχρυσος (Preferred) / πλατίνα
- platine : πλατίνα(πλάκα)
- platine : πλατίνα
- platine : τζακ
- platine : προεξοχή υδρορρόης
- platine : βάση στηρίξεως
- platine : πλάκα αντιστήριξης
- contact / vis platinée : επαφές / πλατίνες
- Pt(OH)6H2 / tétrahydrate de platine : Pt(OH)6H2 / εξαϋδροξοπλατινικό οξύ
Subscribe
0 Comments


