Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pli στα ελληνικά
pli
λέγεται
πλι
.
pli
σημαίνει στα ελληνικά
δίπλα / πτυχή / ζάρα / τσάκιση / sous pli εσωκλείστως
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pli : πτύχωση
- pli / nappe : ενισχυτικό πλέγμα
- pli : λινά
- pli : πτυχή
- pli / coude : κάμψη
- pli : αναδίπλωση επιφάνειας γυαλιού
- pli : πτυχή / σούφρα
- pli / repli : πτυχή / αναδίπλωσις
- pli / couche : βάττα
- pli / face : στρώμα / στρώση
Subscribe
0 Comments


