Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

plomber στα ελληνικά
plomber
λέγεται
πλονμπέ
.
plomber
σημαίνει στα ελληνικά
σφραγίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- croûte / plomber : επιφανειακή κρούστα
- plomber : καταβιβάζω
- plomber / apposer un plomb : σφραγίζω / τοποθετώ μολυβδοσφραγίδα
- plomber / mettre sous plomb : μολυβδοσφραγίζω
- plombe / plombage : κηλίδωση / αποχρωματισμός
- plombé : αφροδίσιο νόσημα
- plombé : μολυβδόχροος / μολυβδόχρους
- point plombé : καταβιβασμένο σημείο
- teint plombé : χροιά μολύβδου
- tôle plombée : επιμολυβδωμένο και επικασσιτερωμένο έλασμα
Subscribe
0 Comments


