Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pluriel στα ελληνικά
pluriel
λέγεται
πλυριέλ
.
pluriel
σημαίνει στα ελληνικά
πληθυντικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- capture désirée / capture souhaitée : επιθυμητό αλίευμα
- lieu de discussion pluriel : πολλαπλοί χώροι συζητήσεων
- image plurielle par radar : πολλαπλή εικόνα από ραντάρ
Subscribe
0 Comments


