Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

poil στα ελληνικά
poil
λέγεται
πουάλ
.
poil
σημαίνει στα ελληνικά
τρίχα / τρίχωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- poil / voile : τρίχα
- poil : τρίχα
- poil / aigrette : θυσανίδιο / νήμα πέλους
- poil / bourre : Xνούδι
- poil : πέλος
- poil / velours : πέλος / βελούδο
- jarre / jarres : χοντρή τρίχα
- poils / i.e.S.cheveux : τρίχες της κεφαλής
- poils / cheveux : τρίχα / μαλλιά
- alpaga / poil d'alpaga : άλπακα
Subscribe
0 Comments


