Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

poing στα ελληνικά
poing
λέγεται
πουέν
.
poing
σημαίνει στα ελληνικά
γροθιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- arme de poing : βραχύκανο όπλο' πιστόλι' περίστροφο
- traite au poing / traite à la poignée : άρμεγμα με την παλάμη
- vanne coup-de-poing / vanne à fermeture rapide : βαλβίδα με απότομο κλείσιμο
- touche coup de poing : πλήκτρο
- coup-de-poing américain : αμερικάνικη γροθιά
- opération "coup de poing" : επιχείρηση μεγάλης εμβέλειας
- interrupteur coup-de-poing : διακόπτης παύσεως λειτουργίας
- couvercle de trou de poing : κάλυμμα χειροθυρίδας
- coup-de-poing (américain) : σιδερένια γροθιά
- contrôle renforcé de courte durée, de type "coup de poing" : αιφνίδιος ενισχυμένος έλεγχος μικρής διάρκειας
Subscribe
0 Comments


