Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

poire στα ελληνικά
poire
λέγεται
πουάρ
.
poire
σημαίνει στα ελληνικά
αχλάδι / μάπας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- poire / poiré : απίτης / αχλαδόκρασο
- avocat / poire d'avocat : αβοκάντο / περσέα η ηδύκαρπος
- poires / boulets : σφαίρες
- poires : αχλάδια
- avocat / poire d'avocat : αβοκάντο
- poire-Ya : Αχλάδια-Ya
- gravelle / poire pierreuse : λιθίασις της αχλαδιάς / λιθώδες στίγμα της αχλαδιάς
- bergamote / "poire du seigneur" : περγαμόντο
- topinambour / poire de terre : ψευδοκολοκάσιο / κόνδυλος ηλιάνθου
- carpocapse / ver des pommes : καρπόκαψες μήλων και αχλαδιών
Subscribe
0 Comments


