Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ponce στα ελληνικά
ponce
λέγεται
πονς
.
ponce
σημαίνει στα ελληνικά
ελαφρόπετρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- poncer : στίλβωση
- Bimskies / graviers de pierre ponce : αμμοχάλικο ελαφρόπετρας
- Bimskies / graviers de pierre-ponce : χονδροάμμοι κισσήρεως
- cuir poncé : λείο δέρμα
- pierre ponce : ελαφρόπετρα
- pierre ponce : κίσσηρις / ελαφρόπετρα
- tuf à ponces : κισσηρώδης τόφφος / κισσηρώδης ηφαιστειακός τόφφος
- panneau poncé : λειασμένο πανό
- poncer le cuir : στιλβώ δέρμα / γυαλίζω δέρμα
- cuir poncé main : δέρμα λειασμένο στο χέρι
Subscribe
0 Comments


