Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ponctualité στα ελληνικά
ponctualité
λέγεται
πονκτυαλιτέ
.
ponctualité
σημαίνει στα ελληνικά
συνέπεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ponctualité : εμπρόθεσμη υποβολή
- ponctualité : ακρίβεια
- indicateur de ponctualité : δείκτης ακριβούς εκτέλεσης δρομολογίων
Subscribe
0 Comments


