Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pondre στα ελληνικά
pondre
λέγεται
πονντρ
.
pondre
σημαίνει στα ελληνικά
γεννάω / κατεβάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pondre : τίκτω
- oeufs pondus : γεννηθέντα αυγά
- prête à pondre : έτοιμη για ωοτοκία
Subscribe
0 Comments


