Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ponton στα ελληνικά
ponton
λέγεται
ποντόν
.
ponton
σημαίνει στα ελληνικά
πλωτή προβλήτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ponton : ποντόνι / θυρόπλοιο
- ponton-grue : πλωτός γερανός
- ponton grue : πλωτός γερανός
- ponton-bigue / bigue flottante : ιστός σε ποντούνι / ιστός σε πλωτή σχεδία
- ponton-mâture : ποντούνι / πλωτή σχεδία
- pont de bateaux / pont sur pontons : πλωτή γέφυρα / γέφυρα επί πλωτήρων
- ponton renfloueur / ponton de relevage : πλωτήρας ανέλκυσης
- ponton de réparation : σχεδία επιδιορθώσεων
- ponton de perforatrice : πλωτή γέφυρα γεωτρυπάνου
- immersion au ponton-mâture : πόντιση από ποντούνι / πόντιση από πλωτή σχεδία
Subscribe
0 Comments


