Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

ponton στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
ponton
λέγεται
ποντόν
.
ponton
σημαίνει στα ελληνικά
πλωτή προβλήτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • ponton : ποντόνι / θυρόπλοιο
  • ponton-grue : πλωτός γερανός
  • ponton grue : πλωτός γερανός
  • ponton-bigue / bigue flottante : ιστός σε ποντούνι / ιστός σε πλωτή σχεδία
  • ponton-mâture : ποντούνι / πλωτή σχεδία
  • pont de bateaux / pont sur pontons : πλωτή γέφυρα / γέφυρα επί πλωτήρων
  • ponton renfloueur / ponton de relevage : πλωτήρας ανέλκυσης
  • ponton de réparation : σχεδία επιδιορθώσεων
  • ponton de perforatrice : πλωτή γέφυρα γεωτρυπάνου
  • immersion au ponton-mâture : πόντιση από ποντούνι / πόντιση από πλωτή σχεδία

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments