Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

port στα ελληνικά
port
λέγεται
πορ
.
port
σημαίνει στα ελληνικά
λιμάνι / μεταφορά / port d’armes οπλοφορία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- port / havre : λιμένας
- port : μώλος
- port : λιμένας
- port : τρόπος ανάπτυξης
- port / point de connexion : πόρτα
- port / prix de transport : κόμιστρο / τέλος μεταφοράς
- port : τροπισμός
- col / pas : αυχήν
- mesures du ressort de l’État du port / MREP : μέτρο του κράτους του λιμένα
- port / port d'accès : θύρα
Subscribe
0 Comments


