Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

portugais στα ελληνικά
portugais
λέγεται
πορτυγκέ
.
portugais
σημαίνει στα ελληνικά
Πορτογάλος / πορτογαλέζικος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pailona commun / siki brun : CYO / πορτογαλικό σκυλόψαρο
- Portugais : Πορτογάλος
- pailona commun / requin portugais : κεντροσκύμνος (Preferred) / πορτογαλικό σκυλόψαρο
- le Portugal / la République portugaise : Πορτογαλία / Πορτογαλική Δημοκρατία
- amarrage : πρόσδεση / αγκυροβόληση
- CPLP / Communauté des pays de langue portugaise : Κοινότητα των πορτογαλόφωνων χωρών
- PALOP / Pays africains de langue officielle portugaise : αφρικανικές χώρες με επίσημη γλώσσα τα πορτογαλικά
- PEDIP / Programme spécifique de développement de l'industrie portugaise : PEDIP / Ειδικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης της Πορτογαλικής Βιομηχανίας
- \OYG / huître portugaise : στρείδι / στρείδι της Ιαπωνίας
- Es / Esc : Es / PTE
Subscribe
0 Comments


