Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

possession στα ελληνικά
possession
λέγεται
ποσεσιόν
.
possession
σημαίνει στα ελληνικά
κατοχή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- frais de possession : έξοδα κυριότητας
- trouble de la possession : διατάραξη της κατοχής
- possession par les renards : αλωπική δαιμονοληψία
- possession d'état (filiation) : εκ των πραγμάτων συναγόμενη σχέση γονέα και τέκνου
- mode de possession des arbres : καθεστώς ιδιοκτησίας των δένδρων
- exception liée à la possession d'un permis : εξαίρεση λόγω άδειας
Subscribe
0 Comments


