Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

postulant στα ελληνικά
postulant
λέγεται
ποστυλάν
.
postulant
σημαίνει στα ελληνικά
υποψήφιος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- candidat / postulant : αιτών
- postulant : υποψήφιος
- postulant : δικαστικός πληρεξούσιος
- postuler : υποβάλλω υποψηφιότητα
- postuler : εκπροσωπώ κάποιον ενώπιον δικαστηρίου
- effet postulé de mémoire : μνημονικό αποτέλεσμα
Subscribe
0 Comments


