Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pousse στα ελληνικά
pousse
λέγεται
πους
.
pousse
σημαίνει στα ελληνικά
βλαστάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pousse : βλαστός / επίγειο τμήμα
- pousse / emphysème pulmonaire : πνευμονικό εμφύσημα
- pousse / renfort en queue : μηχανή ουράς / μηχανή ώθησης
- pousse / rameau herbacé : χλωρό κλαδί / χλωροί κλάδοι
- pousse : POUSSE / εκτροπίαση με διαρροή
- pousse : Βλαστός φύτρο
- pousse : ανάπτυξη
- pousse : εκβλάστηση
- roncet / cabuchage : μολυσματικός εκφυλισμός της αμπέλου
- push / déposer : ωθώ
Subscribe
0 Comments


