Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

précoce στα ελληνικά
précoce
λέγεται
πρεκός
.
précoce
σημαίνει στα ελληνικά
πρώιμος / πρόωρα αναπτυγμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- précoce : πρόωρα αναπτυγμένο
- précoce : πρώιμος
- autisme / autisme précoce : αυτισμός / βρεφονηπιακός αυτισμός
- hâtif / précoce : πρώιμος
- COST 88 / Comité de gestion COST 88 - "Méthodes pour la détection précoce et l'identification des maladies des plantes" : COST 88 / επιτροπή διαχείρισης Cost 88 "μέθοδοι για την πρόωρη διάγνωση και αναγνώριση των φυτικών νόσων"
- système d'alerte précoce et de réaction pour la prévention et le contrôle des maladies transmissibles / SAPR : σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αντίδρασης / σύστημα έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης για την πρόληψη και τον έλεγχο μεταδοτικών ασθενειών
- EMP / prime à la mise précoce sur le marché : ΠΠΕ / πριμοδότηση για πρώιμη εμπορία
- gelée hâtive / gelée précoce : πρώιμος παγετός / παγετός φθινοπώρου
- alerte rapide : έγκαιρη προειδοποίηση
- rejet précoce : πρόωρη έκλυση
Subscribe
0 Comments


