Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prédécesseur στα ελληνικά
prédécesseur
λέγεται
πρεντεσεσέρ
.
prédécesseur
σημαίνει στα ελληνικά
προκάτοχος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- prédécesseur : ο προκάτοχος
- auteur / prédécesseur en droit : αρχικός δικαιούχος
- adresse du prédécesseur / adresse du voisin amont : διεύθυνση άνω γειτονικού σταθμού
- tâche sans prédécesseur : αιωρούμενη έναρξη
Subscribe
0 Comments


