Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prédire στα ελληνικά
prédire
λέγεται
πρεντίρ
.
prédire
σημαίνει στα ελληνικά
λέω / προφητεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- PNEC / concentration prédite sans effet : PNEC / προβλεπόμενη συγκέντρωση χωρίς επιπτώσεις
- PNEC / concentration prévue sans effet : PNEC / προβλεπόμενη συγκέντρωση άνευ επιπτώσεων
- PEC / concentration prévue dans l'environnement : PEC / προβλεπόμενη περιβαλλοντική συγκέντρωση
- maintenabilité prédite : προβλεπόμενη συντηρησιμότητα
- taux de défaillance prédit : προβλεπόμενος ρυθμός βλαβών
- machine à prédire les marées : μηχανή πρόβλεψης παλιρροιών
- durée de vie moyenne prédite : προβλεπόμενη μέση διάρκεια ζωής
- percentile d'ordre Q de la durée de vie prédit : προβλεπόμενο ποσοστό Q-τάξεως,διάρκεια ζωής
Subscribe
0 Comments


