Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

prédisposer στα ελληνικά
prédisposer
λέγεται
πρεντισποζέ
.
prédisposer
σημαίνει στα ελληνικά
προδιαθέτω / προετοιμάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
