Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

prélever στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
prélever
λέγεται
πρελβέ
.
prélever
σημαίνει στα ελληνικά
παίρνω / σηκώνω / αφαιρώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • prélever : εξάγω / αποσπώ
  • air prélevé : αέρας απαγωγής
  • volume prélevé : όγκος δείγματος αέρα
  • bénéfice non prélevé / bénéfice non distribué : αδιανέμητα κέρδη / αδιανέμητο κέρδος
  • traitement de prélevée / traitement de pré-levée : προφυτρωτική επέμβαση
  • prélever des commissions : επιβάλλω εισφορές / επιβάλλω επιβαρύνσεις
  • montant prélevé par unité : ποσό του φόρου που επιβάλλεται ανά μονάδα
  • tissu prélevé sur un tiers : ιστός από άλλο άτομο
  • éprouvette prélevée à coeur : δοκίμιο προερχόμενο από τον πυρήνα
  • crème prélevée manuellement : κρέμα που λαμβάνεται με το χέρι

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments