Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

présumer στα ελληνικά
présumer
λέγεται
πρεζυμέ
.
présumer
σημαίνει στα ελληνικά
υποθέτω / πιθανολογώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- morsure / épaisseur présumée du copeau : εργαζόμενον βάθος οδοντωτής μεταδόσεως
- gène PCaP / gène présumé de prédisposition au cancer de la prostate : γονίδιο PCaP
- TPIY / Tribunal pénal international pour l'ex-Yougoslavie : Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία / Διεθνές Δικαστήριο για την Ποινική Δίωξη των Προσώπων που Ευθύνονται για τη Διάπραξη Σοβαρών Παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο Εδαφος της Πρώην Γιουγκοσλαβίας
- coût présumé : τεκμαρτό κόστος / τεκμαιρόμενο κόστος
- être présumé : νοείται
- courant présumé : αναμενόμενο ρεύμα
- ressource présumée : πιθανά αποθέματα
- infraction présumée : εικαζόμενη παράβαση' επισημανθείσα παράβαση
- infraction présumée : εικαζόμενη παράβαση
- courant présumé coupé : αναμενόμενο ρεύμα διακοπής
Subscribe
0 Comments


