Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

privation στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
privation
λέγεται
πριβασιόν
.
privation
σημαίνει στα ελληνικά
στέρηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • chômage / privation d'emploi : ανεργία
  • dénuement matériel / privation matérielle : υλική στέρηση
  • privation d'emploi : απώλεια της θέσης εργασίας
  • privation d'emploi : απώλεια θέσης εργασίας
  • préjudice d'agrément / privation de jouissance : απώλεια ανέσεων
  • syndrome de sevrage / syndrome de privation : σύνδρομο αποχής / στερητικό σύνδρομο
  • privation de liberté : στέρηση της ελευθερίας
  • phénomènes de manque / phénomènes de privation : φαινόμενα απόσυρσης
  • privation de la vie privée : στέρηση προσωπικής ζωής

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments